00:00:00/ —
Έγκριση μη άσκησης έφεσης ή αναίρεσης κατά δικαστικής απόφασης. Εγκρίθηκε.
Η έφεση είναι το ένδικο μέσο που ασκεί ο διάδικος που ηττήθηκε ολικώς ή μερικώς στην πρωτοβάθμια δίκη, προκειμένου να δικασθεί εκ νέου η υπόθεσή του από ανώτερο δικαστήριο, προβάλλοντας ότι η απόφαση έχει νομικά ή ουσιαστικά σφάλματα. Η αναίρεση είναι επίσης ένδικο μέσο για επανεξέταση δικαστικής απόφασης, με κύρια διαφορά ότι δεν εισάγεται νέος βαθμός εκδίκασης της υπόθεσης, καθώς οι εξουσίες του δικαστή στον αναιρετικό έλεγχο είναι περιορισμένες. Η αναίρεση χαρακτηρίζεται ως "έκτακτο" ένδικο μέσο και επιτρέπεται μόνο για συγκεκριμένους λόγους που απαριθμούνται ρητά και περιοριστικά στον νόμο.
Όταν ένας δήμος ή άλλος φορέας του δημοσίου λαμβάνει δυσμενή δικαστική απόφαση, η αρμόδια επιτροπή (όπως η Δημοτική Επιτροπή) πρέπει να αποφασίσει αν θα ασκήσει ένδικο μέσο (έφεση ή αναίρεση) ή αν θα αποδεχτεί την απόφαση. Η μη άσκηση ενδίκου μέσου σημαίνει ότι ο δήμος δεν θα προσφύγει κατά της δικαστικής απόφασης, η οποία καθίσταται οριστική. Το δικαίωμα εφέσεως κατά των δικαστικών αποφάσεων αποτελεί πτυχή θεμελιώδους δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20§1 του Συντάγματος. Η απόφαση για άσκηση ή μη ενδίκου μέσου λαμβάνεται συνήθως με βάση νομικές συμβουλές και την εκτίμηση των πιθανοτήτων επιτυχίας σε ανώτερο δικαστήριο.
No speaker statements